ξεκούραση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξεκούραση ξεκουράσεις
γενική ξεκούρασης
& ξεκουράσεως
ξεκουράσεων
αιτιατική ξεκούραση ξεκουράσεις
κλητική ξεκούραση ξεκουράσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεκούραση < ξε- + κούραση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξεκούραση θηλυκό

  1. η κατάσταση στην οποία κάποιος αποφεύγει την εργασία, ώστε να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να αναπτύξει και άλλες δραστηριότητες
  2. η αίσθηση που έχει κάποιος που απαλλάσσεται από την κούραση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]