ονειροκρίτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ονειροκρίτης < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὄνειρον / ὄνειρος + κριτής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ονειροκρίτης αρσενικό ή θηλυκό
- που ερμηνεύει τα όνειρα
- βιβλίο που περιέχει διάφορες ερμηνείες ονείρων
- ※ Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ερμηνευτής