όνειρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: όνειρος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όνειρο όνειρα
γενική ονείρου ονείρων
αιτιατική όνειρο όνειρα
κλητική όνειρο όνειρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όνειρο < αρχαία ελληνική ὄνειρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όνειρο ουδέτερο

  1. διαδοχή παραστάσεων, συναισθημάτων και αισθημάτων που εμφανίζονται στο νου κατά τη διάρκεια του ύπνου
    συνώνυμα: ενύπνιο
  2. μία σημαντική για κάποιον επιδίωξη
    το όνειρό μου είναι να κάνω κάποτε το γύρο του κόσμου
    • στόχος απραγματοποίητος. άπιαστος, δημιούργημα της φαντασίας, πλάνη
      σταμάτα τα όνειρα και κοίτα να προσγειωθείς στην πραγματικότητα
  3. χαρακτηρισμός για κάτι πολύ ωραίο
    το ταξίδι στη Βενετία ήταν όνειρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Όνειρα γλυκά!: Λέγεται φιλικά καληνυχτίζοντας κάποιον.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]