ορθοστάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ὀρθοστάτης

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ορθοστάτης οι ορθοστάτες
      γενική του ορθοστάτη των ορθοστατών
    αιτιατική τον ορθοστάτη τους ορθοστάτες
     κλητική ορθοστάτη ορθοστάτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορθοστάτης < αρχαία ελληνική ὀρθοστάτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ορθοστάτης αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]