πίλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : πῖλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πίλος πίλοι
γενική πίλου πίλων
αιτιατική πίλο πίλους
κλητική πίλε πίλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίλος < αρχαία ελληνική πῖλος > πιλώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίλος αρσενικό

  1. κάλυμμα της κεφαλής (ειδικότερα εκ πιλήματος)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καπέλο
  2. θώρακας εκ πιλήματος
  3. είδος μύκητα δέντρου εκ του οποίου προέρχεται η ύσκα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]