παραφορτωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παραφορτωμένος παραφορτωμένη παραφορτωμένο
γενική παραφορτωμένου παραφορτωμένης παραφορτωμένου
αιτιατική παραφορτωμένο παραφορτωμένη παραφορτωμένο
κλητική παραφορτωμένε παραφορτωμένη παραφορτωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παραφορτωμένοι παραφορτωμένες παραφορτωμένα
γενική παραφορτωμένων παραφορτωμένων παραφορτωμένων
αιτιατική παραφορτωμένους παραφορτωμένες παραφορτωμένα
κλητική παραφορτωμένοι παραφορτωμένες παραφορτωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραφορτωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παραφορτώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

παραφορτωμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: παραφορτώνω

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]