περιπετειώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιπετειώδης περιπετειώδης περιπετειώδες
γενική περιπετειώδους περιπετειώδους περιπετειώδους
αιτιατική περιπετειώδη περιπετειώδη περιπετειώδες
κλητική περιπετειώδη(ς) περιπετειώδης περιπετειώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιπετειώδεις περιπετειώδεις περιπετειώδη
γενική περιπετειωδών περιπετειωδών περιπετειωδών
αιτιατική περιπετειώδεις περιπετειώδεις περιπετειώδη
κλητική περιπετειώδεις περιπετειώδεις περιπετειώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιπετειώδης < περιπέτεια + -ώδης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.ɾi.pɛ.ti.ˈɔ.ðis/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περιπετειώδης, -ης, -ες

  1. που έχει διάθεση για περιπέτειες, τολμηρός
    ο περιπετειώδης εξερευνητής διηγείται σκηνές από τα σαφάρι του στην Αφρική
  2. που είναι γεμάτος περιπέτειες και κινδύνους
    περιπετειώδες ταξίδι, περιπετειώδης ιστορία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]