πορθμείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πορθμείο πορθμεία
γενική πορθμείου πορθμείων
αιτιατική πορθμείο πορθμεία
κλητική πορθμείο πορθμεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πορθμείο < αρχαία ελληνική πορθμεῖον < πορθμός < περάω / περῶ < πέρα < ινδοευρωπαϊκή *per-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πορθμείο ουδέτερο

  1. πλεούμενο που μεταφέρει ανθρώπους, εμπορεύματα και οχήματα στην απέναντι όχθη ή ακτή
  2. τα ναύλα που πληρώνει κάποιος για τη μεταφορά αυτή
  3. τόπος για πέρασμα στην απέναντι όχθη ή ακτή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]