πουρές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πουρές οι πουρέδες
      γενική του πουρέ των πουρέδων
    αιτιατική τον πουρέ τους πουρέδες
     κλητική πουρέ πουρέδες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πουρές < ιταλική purè

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pu.ˈɾɛs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πουρές αρσενικό

  1. (γαστρονομία) (ειδικότερα): πολτός που παρασκευάζεται από λιωμένες βραστές πατάτες, βούτυρο και γάλα
  2. (γενικότερα) πολτός που παρασκευάζεται από λιωμένα λαχανικά ή όσπρια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

πουρές