προστριβόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προστριβόμενος < αρχαία ελληνική προστρίβω, ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Affikata

Μετοχή[επεξεργασία]

προστριβόμενος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]