συλλογικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συλλογικός συλλογική συλλογικό
γενική συλλογικού συλλογικής συλλογικού
αιτιατική συλλογικό συλλογική συλλογικό
κλητική συλλογικέ συλλογική συλλογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συλλογικοί συλλογικές συλλογικά
γενική συλλογικών συλλογικών συλλογικών
αιτιατική συλλογικούς συλλογικές συλλογικά
κλητική συλλογικοί συλλογικές συλλογικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συλλογικός < σύλλογος + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική collectif)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συλλογικός

  • που αφορά πολλούς ανθρώπους
    Η ομάδα κατάφερε να κερδίσει, χάρη στη συλλογική προσπάθεια των μελών της

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]