συνονόματος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνονόματος συνονόματη συνονόματο
γενική συνονόματου συνονόματης συνονόματου
αιτιατική συνονόματο συνονόματη συνονόματο
κλητική συνονόματε συνονόματη συνονόματο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνονόματοι συνονόματες συνονόματα
γενική συνονόματων συνονόματων συνονόματων
αιτιατική συνονόματους συνονόματες συνονόματα
κλητική συνονόματοι συνονόματες συνονόματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνονόματος < συν + όνομα + -ος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.nɔ.ˈnɔ.ma.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συνονόματος

  • που έχει το ίδιο όνομα ή επώνυμο με το άτομο στο οποίο αναφέρεται
    Ὁ πονηρὸς εἶναι σύντροφος συνονόματος τοῦ διαβόλου. (Φώτης Κόντογλου, Γίγαντες ταπεινοί, 2000)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνονόματος αρσενικό (θηλυκό: συνονόματη)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]