σόλοικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σόλοικος σόλοικη σόλοικο
γενική σόλοικου σόλοικης σόλοικου
αιτιατική σόλοικο σόλοικη σόλοικο
κλητική σόλοικε σόλοικη σόλοικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σόλοικοι σόλοικες σόλοικα
γενική σόλοικων σόλοικων σόλοικων
αιτιατική σόλοικους σόλοικες σόλοικα
κλητική σόλοικοι σόλοικες σόλοικα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σόλοικος < αρχαία ελληνική σόλοικος < Σόλοι, αθηναϊκή αποικία της Κιλικίας, της οποίας οι κάτοικοι ήταν γνωστοί για την κακή χρήση της ελληνικής γλώσσας (γλωσσικοί βαρβαρισμοί)

Επίθετο[επεξεργασία]

σόλοικος

  1. λανθασμένος (για ό,τι αφορά τη χρήση της γλώσσας), κυρίως συντακτικά
  2. (μεταφορικά) ανάρμοστος, άπρεπος
    αυτό που έκανες ήταν πολύ σόλοικο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]