φαλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: φαλλός

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική φαλός φαλή φαλόν φαλοί φαλαί φαλά
Γενική φαλοῦ φαλῆς φαλοῦ φαλῶν φαλῶν φαλῶν
Δοτική φαλῷ φαλῇ φαλῷ φαλοῖς φαλαῖς φαλοῖς
Αιτιατική φαλόν φαλήν φαλόν φαλούς φαλάς φαλά
Κλητική φαλέ φαλή φαλόν φαλοί φαλαί φαλά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική φαλώ φαλά
Γενική-Δοτική φαλοῖν φαλαῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαλός < φάω

Επίθετο[επεξεργασία]

φαλός, -ή, -όν

  1. λευκός
  2. λαμπερός
  3. καθαρός
  4. φωτεινός