φαλλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: φαλός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φαλλός οι φαλλοί
      γενική του φαλλού των φαλλών
    αιτιατική τον φαλλό τους φαλλούς
     κλητική φαλλέ φαλλοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαλλός < από πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα που σήμαινε εξόγκωμα, κοινή στο "φαλή", φάλλαινα, φλέψ και το φρυγικό "βαλλίον" (πέος) όχι όμως και στο βάλανος


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαλλός αρσενικό

  1. Το ανδρικό γεννητικό μόριο ή όργανο, το πέος
  2. (στην αρχαιότητα) Μεγάλου μεγέθους ομοίωμα ανδρικού γεννητικού οργάνου σε στύση, που περιφερόταν σε πομπές εορτών προς τιμήν του Βάκχου
  3. είδος μανιταριών με φαλλικό σχήμα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]