Μετάβαση στο περιεχόμενο

φαλλός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: φαλός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φαλλός οι φαλλοί
      γενική του φαλλού των φαλλών
    αιτιατική τον φαλλό τους φαλλούς
     κλητική φαλλέ φαλλοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φαλλός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φαλλός [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φαλλός αρσενικό

  1. (ανθρώπινο σώμα) το ανδρικό γεννητικό μόριο ή όργανο, το πέος
      Οι παραστάσεις φαλλών δεν έπαψαν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα. Η παλαιότερη παράσταση φαλλού σκαλισμένη σε κέρατο βίσωνα ανάγεται στις αρχές της Ανώτερης Παλαιολιθικής περιόδου (Ωρινάκεια, 33.000-26.000 χρόνια από σήμερα) και βρέθηκε τη Γαλλία στη βραχοσκεπή Blanchard des Roches, στο Sergead της Dordogne. (Νίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα, Τα Προϊστορικά κοσμήματα της Θεσσαλίας, Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, 2001, σελ. 58)
      Η αφάνιση φαλλού του έθνους, δηλαδή η λανθάνουσα ταύτιση έθνους και φαλλού, αποτελεί τη μορφή που λαμβάνει ο ελληνισμός μέσα στην καβαφική ποίηση. Η απουσία του φαλλού μεταπλάθεται σε απουσία εθνικού λόγου, σε κενό πολιτισμικής θέσεως. (Μιχάλης Πιερής, Η ποίηση του κράματος: μοντερνισμός και διαπολιτισμικότητα στο έργο του Καβάφη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2008, σελ. 26)
  2. (στην αρχαιότητα)  δείτε τη λέξη φαλλός

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φαλλός οἱ φαλλοί
      γενική τοῦ φαλλοῦ τῶν φαλλῶν
      δοτική τῷ φαλλ τοῖς φαλλοῖς
    αιτιατική τὸν φαλλόν τοὺς φαλλούς
     κλητική ! φαλλέ φαλλοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φαλλώ
γεν-δοτ τοῖν  φαλλοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φαλλός < *φαλ-jο < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα που σήμαινε εξόγκωμα, κοινή στο "φαλή", φάλλαινα, φλέψ και το φρυγικό "βαλλίον" (πέος) [1] όχι όμως και στο βάλανος. Υπάρχουν και άλλες εκδοχές για άλλα συγγενικά.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φαλλός αρσενικό

  1. (ανθρώπινο σώμα) το πέος, ο φαλλός
     συνώνυμα:  βαλλίον
  2. μεγάλου μεγέθους ομοίωμα ανδρικού γεννητικού οργάνου σε στύση, που περιφερόταν σε πομπές εορτών προς τιμήν του Βάκχου

Παράγωγα

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
φαλλ- 

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.