φαλλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φαλός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαλλός φαλλοί
γενική φαλλού φαλλών
αιτιατική φαλλό φαλλούς
κλητική φαλλέ φαλλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φαλλός < από πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα που σήμαινε εξόγκωμα, κοινή στο "φαλή", φάλλαινα, φλέψ και το φρυγικό "βαλλίον" (πέος) όχι όμως και στο βάλανος
Μανιτάρι του γένους Φαλλός, το Phallus ravenelii

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φαλλός αρσενικό

  1. Το ανδρικό γεννητικό μόριο ή όργανο, το πέος
  2. (στην αρχαιότητα) Μεγάλου μεγέθους ομοίωμα ανδρικού γεννητικού οργάνου σε στύση, που περιφερόταν σε πομπές εορτών προς τιμήν του Βάκχου
  3. είδος μανιταριών με φαλλικό σχήμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]