φασολάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Πράσινα φασολάκια.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φασολάκι φασολάκια
γενική
αιτιατική φασολάκι φασολάκια
κλητική φασολάκι φασολάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φασολάκι < φασόλ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fa.sɔˈla.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Τραπέζι φασολάκι.

φασολάκι ουδέτερο (πληθυντικός φασολάκια)

  1. (λαχανικό) ο πράσινος καρπός της φασολιάς που μαγειρεύται
  2. (κυριολεκτικά) μικρό φασόλι
  3. (έπιπλο) σε σχήμα φασολιού, συνήθως τραπεζάκι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]