φλογωπός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλογωπός < φλογώψ < φλόξ και ὤψ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φλογωπός, ή, όν

  1. με φλογερή όψη, φλογώδης, που μοιάζει με φλόγα
  2. σχετικός με τη φλόγα
    πυρώσας δυστέκμαρτον ἐς τέχνην ὥδωσα θνητούς, καὶ φλογωπὰ σήματα ἐξωμμάτωσα, πρόσθεν ὄντ᾽ ἐπάργεμα: (...και σημεία με φλόγες τους άνοιξα τα μάτια να τα δουν, που πριν τους ήταν αόρατα -Αισχ. Προμ. Δεσμ. 500, ίσως αναφέρεται σε πυρομαντική τέχνη)
  3. που κοκκινίζει το πρόσωπο αλλά και τα μάτια του από το θυμό (ελληνιστική έννοια)