ἕρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἕρμα ἕρματε ἕρματα
Γενική ἕρματος ἑρμάτοιν ἑρμάτων
Δοτική ἕρματι ἑρμάτοιν ἕρμασι
Αιτιατική ἕρμα ἕρματε ἕρματα
Κλητική ἕρμα ἕρματε ἕρματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἕρμα < εἵρω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /hér.maː/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἕρμα ουδέτερο

  1. έρεισμα, στήριγμα, υποστήριξη
  2. τα στηρίγματα που κρατούν το πλοίο σε όρθια θέση, όταν ανελκύεται στη στεριά
    νῆα μὲν οἵ γε μέλαιναν ἐπ᾽ ἠπείροιο ἔρυσσαν/ὑψοῦ ἐπὶ ψαμάθοις, ὑπὸ δ᾽ ἕρματα μακρὰ τάνυσσαν (Όμηρος, Ιλιάδα, 1, 485-6)
  3. ύφαλος, σκόπελος
    τῶν δὲ δέκα νεῶν τῶν βαρβάρων τρεῖς ἐπήλασαν περὶ τὸ ἕρμα τὸ μεταξὺ ἐὸν Σκιάθου τε καὶ Μαγνησίης, καλεόμενον δὲ Μύρμηκα (Ηρόδοτος, 7, 183, 2)
  4. ύψωμα, λόφος
  5. έρμα, σαβούρα
  6. (πληθυντικός) ενώτια, σκουλαρίκια, περιδέραιο, αλυσίδα
    ἕρματα δ᾽ Εὐρυδάμαντι δύω θεράποντες ἔνεικαν,/τρίγληνα μορόεντα· χάρις δ᾽ ἀπελάμπετο πολλή (Όμηρος, Οδύσσεια, 18, 297-8)