Μετάβαση στο περιεχόμενο

Artikel

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: artikel

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Artikel die Artikel
γενική des Artikels der Artikel
δοτική dem Artikel den Artikeln
αιτιατική den Artikel die Artikel

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Artikel < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική artikel < λατινική articulus < υποκοριστικό του artus (άρθρωση) [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˌaʁˈtiːkl̩/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Artikel

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Artikel (de) αρσενικό

  1. (γραμματική) το άρθρο
    παράδειγμα  der männliche/weibliche/neutrale Artikel.
    το αρσενικό/θηλυκό/ουδέτερο άρθρο.
     συνώνυμα: Geschlechtswort
  2. (νομικός όρος) τμήμα ενός νόμου, το άρθρο
    παράδειγμα  Gemäß der Artikel 10 des Gesetz ...
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου ...
     συνώνυμα: Paragraf, Paragraph
  3. (δημοσιογραφία) κείμενο δημοσιευμένο στον τύπο, το άρθρο
    παράδειγμα  Er veröffentlichte einen Artikel über die Auswirkungen des Kohlenstoffdioxids auf die Umwelt.
    Δημοσίευσε ένα άρθρο για τις επιπτώσεις του διοξειδίου του άνθρακα στο περιβάλλον.
     συνώνυμα: Abhandlung, Aufsatz
  4. (οικονομία) το είδος, το εμπόρευμα, το προϊόν
    παράδειγμα  In unserem Laden finden Sie gebrauchte Artikel zu einem günstigeren Preis.
    Στο κατάστημα μας θα βρείτε μεταχειρισμένα είδη σε χαμηλότερη τιμή.
     συνώνυμα:  Ware, Erzeugnis και Produkt

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Artikel στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Artikel - Duden online.
  2. Artikel - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).