αὐθάδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αυθάδης

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / αὐθάδης τὸ αὔθαδες
      γενική τοῦ/τῆς αὐθάδους τοῦ αὐθάδους
      δοτική τῷ/τῇ αὐθάδει τῷ αὐθάδει
    αιτιατική τὸν/τὴν αὐθάδη τὸ αὔθαδες
     κλητική ! αὔθαδες αὔθαδες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ αὐθάδεις τὰ αὐθάδη
      γενική τῶν αὐθάδων τῶν αὐθάδων
      δοτική τοῖς/ταῖς αὐθάδεσ(ν) τοῖς αὐθάδεσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς αὐθάδεις τὰ αὐθάδη
     κλητική ! αὐθάδεις αὐθάδη
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ αὐθάδει τὼ αὐθάδει
      γεν-δοτ τοῖν αὐθάδοιν τοῖν αὐθάδοιν
Απαντά και γενική πληθυντικού αὐθαδῶν (δείτε τα παραθέματα).
3η κλίση, Κατηγορία 'συνήθης' όπως «συνήθης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αὐθάδης, ήδη στον Αισχύλο < *αὐτο-Ϝάδης < αὐθ- + θέμα Ϝαδ- όπως στον αόριστο 3ου προσώπου ἔαδε του ἁνδάνω (προσφέρω ευχαρίστηση) (που το βρίσκουμε και στο ἥδομαι, ἡδονή)

Επίθετο[επεξεργασία]

αὐθάδης, -ης, αύθαδες, συγκριτικός:αὐθαδέστερος, υπερθετικός: αὐθαδέστατος

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Παράγωγα[επεξεργασία]

Συγγενικά[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]