Δούναβης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Δούναβης οι Δουνάβεις
      γενική του Δούναβη
& Δουνάβεως
των Δουνάβεων
    αιτιατική τον Δούναβη τους Δουνάβεις
     κλητική Δούναβη Δουνάβεις
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Δούναβης < σλαβική Dunav < (…) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰen- (τρέχω, ρέω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðu.na.vis/
συλλαβισμός: Δού‐να‐βης

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Δούναβης αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]