Δούναβης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Δούναβης οι Δουνάβεις
      γενική του Δούναβη
Δουνάβεως
των Δουνάβεων
    αιτιατική τον Δούναβη τους Δουνάβεις
     κλητική Δούναβη Δουνάβεις
Συνήθως στον ενικό.
όπως «αρχαιόκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
O Δούναβης στο χάρτη της Ευρώπης.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Δούναβης < ... < σλαβική Dunav < κελτική Danuvius < άγνωστης ετυμολογίας[1]• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðu.na.vis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Δού‐να‐βης

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Δούναβης αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)