Τρίκαλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Τρίκαλα
      γενική των Τρικάλων
    αιτιατική τα Τρίκαλα
     κλητική Τρίκαλα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Τρίκαλα (για τη θεσσαλική πόλη) < μεσαιωνική ελληνική Τρίκαλα < σλαβική тркала (trkala: κυλώ) / тркало (trkalo: τροχός) < трк (< πρωτοσλαβική[1] *tъrkъ: τρέχω, κυλώ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tŕ̥kʷ-os: τρέχω (γρήγορα) < *terkʷ-: ρέπω) + σλαβική -ало / -ло (< πρωτοσλαβική *-dlo)[2]

Προφορά[επεξεργασία]

Τρίκαλα 

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Τρίκαλα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. πόλη της Δυτικής Θεσσαλίας, πρωτεύουσα του Δήμου Τρικκαίων
    ※ Στα Τρίκαλα στα δυο στενά σκοτώσανε το Σακαφλιά. / Τέτοιο ντερβίσικο παιδί το κλαίμε όλοι μας μαζί. (Από το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Ο Σακαφλιάς»)
  2. χωριό στο Νομό Κορινθίας
  3. χωριό στο Νομό Ημαθίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική Τρίκαλα
Γενική Τρικάλων
Δοτική Τρικάλοις
Αιτιατική Τρίκαλα
Κλητική Τρίκαλα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Τρίκαλα < σλαβική трк (< πρωτοσλαβική[1] *tъrkъ: τρέχω, κυλώ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tŕ̥kʷ-os: τρέχω (γρήγορα) < *terkʷ-: ρέπω) + σλαβική -ало / -ло (< πρωτοσλαβική *-dlo)[2]

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Τρίκαλα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • η θεσσαλική πόλη Τρίκαλα
    ※ Ἐν ὅσῳ δὲ ταῦτα ὁ βασιλεὺς ᾠκονόμει καὶ ἡτοιμάζετο, ὁ Βαϊμοῦντος μέρος τι τοῦ ἰδίου στρατεύματος ἀποδιελόμενος Κελτοὺς καταφράκτους ὅλους ἀποστείλας ἐξ ἐπιδρομῆς κατέσχε τὴν Πελαγονίαν, τὰ Τρίκαλα καὶ τὴν Καστορίαν. (Άννα Κομνηνή, Ἀλεξιάς (12ος αιώνας μ.Χ.), 5, 5, 2, 12)



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική Τρίκαλα
Γενική Τρικάλων
Δοτική Τρικάλοις
Αιτιατική Τρίκαλα
Κλητική Τρίκαλα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Τρίκαλα < Τρικάρανος < τρικάρανος / τρικάρηνος (με τρεις κορυφές[3] ή αρχαία ελληνική Τρίκκη / Τρίκη

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Τρίκαλα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 https://smerdaleos.wordpress.com
  2. 2,0 2,1 ή < ελληνιστική κοινή Τρίκαλα (πόλη της Σικελίας) < Τρικάρανος < τρικάρανος / τρικάρηνος (με τρεις κορυφές) (Χαράλαμπος Συμεωνίδης, Η προέλευση και η εξάπλωση του γεωγραφικού όρου «Τρίκαλα», περιοδικό Τρικαλινά, 3, 1983, σελ. 5–18) ή < αρχαία ελληνική Τρίκκη / Τρίκη
  3. Χαράλαμπος Συμεωνίδης, Η προέλευση και η εξάπλωση του γεωγραφικού όρου «Τρίκαλα», περιοδικό Τρικαλινά, 3, 1983, σελ. 5–18