αβλεψία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβλεψία αβλεψίες
γενική αβλεψίας αβλεψιών
αιτιατική αβλεψία αβλεψίες
κλητική αβλεψία αβλεψίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβλεψία< ελληνιστική κοινή ἀβλεψία < ἀβλεπτῶ < στερητικό α- + βλέπω
Η αρχική σημασία ήταν «τύφλωση»

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβλεψία θηλυκό

  • το μικρό συνήθως σφάλμα που διαπράττεται όταν κάτι διαφεύγει της προσοχής μας
  • η απροσεξία
  • από αβλεψία: χωρίς να υπάρχει πρόθεση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

σε ανιούσα κλίμακα: παραδρομή < αβλεψία < απροσεξία < αμέλεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]