αβλεψία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αβλεψία οι αβλεψίες
      γενική της αβλεψίας των αβλεψιών
    αιτιατική την αβλεψία τις αβλεψίες
     κλητική αβλεψία αβλεψίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβλεψία< ελληνιστική κοινή ἀβλεψία < ἀβλεπτῶ < α- + βλέπω. Η αρχική σημασία ήταν «τύφλωση»

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.vlɛ.ˈpsi.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβλεψία θηλυκό

  • το μικρό συνήθως σφάλμα που διαπράττεται όταν κάτι διαφεύγει της προσοχής μας
  • η απροσεξία
  • από αβλεψία: χωρίς να υπάρχει πρόθεση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

σε ανιούσα κλίμακα: παραδρομή < αβλεψία < απροσεξία < αμέλεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]