απόφοιτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απόφοιτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀπόφοιτος (που έχει φύγει) < αρχαία ελληνική ἀποφοιτάω / ἀποφοιτῶ < φοιτάω / φοιτῶ
- Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό και θηλυκό.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈpo.fi.tos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πό‐φοι‐τος
Επίθετο
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | απόφοιτος | η | απόφοιτη | το | απόφοιτο |
| γενική | του | απόφοιτου | της | απόφοιτης | του | απόφοιτου |
| αιτιατική | τον | απόφοιτο | την | απόφοιτη | το | απόφοιτο |
| κλητική | απόφοιτε | απόφοιτη | απόφοιτο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | απόφοιτοι | οι | απόφοιτες | τα | απόφοιτα |
| γενική | των | απόφοιτων | των | απόφοιτων | των | απόφοιτων |
| αιτιατική | τους | απόφοιτους | τις | απόφοιτες | τα | απόφοιτα |
| κλητική | απόφοιτοι | απόφοιτες | απόφοιτα | |||
| Για το θηλυκό «η απόφοιτος», δείτε την κλίση του ουσιαστικού. | ||||||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
- που έχει ολοκληρώσει έναν κύκλο σπουδών και έχει πάρει τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών
είναι απόφοιτος Δημοτικού, Γυμνασίου, Λυκείου (έχει αποφοιτήσει)- ※ Φαίνεται όμως πως οι δυο αδελφές, κατά παράδοξο τρόπο, διαφύλασσαν ακόμη και στην ξεδιάντροπη ατμόσφαιρα των καφέ σαντάν κάτι από την υποτιθέμενη ανατροφή που άρμοζε σε αποφοίτους του Ζαππείου Παρθεναγωγείου. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Πατάκης, 2024)
- ※ Στα δεκαεπτά της ήταν απόφοιτος σχολαρχείου. Με τη μόρφωση αυτή, που ήταν σπάνιο εφόδιο για ένα κορίτσι της εποχής, δούλεψε ως οικοδιδασκάλισσα για αρκετά χρόνια στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας της Μακεδονίας. Ενώ, ταυτόχρονα, μάζευε χρήματα για την προίκα της. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκη, 2014)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | απόφοιτος | οι | απόφοιτοι |
| γενική | του/της του |
αποφοίτου απόφοιτου |
των | αποφοίτων & απόφοιτων |
| αιτιατική | τον/την | απόφοιτο | τους/τις τους |
αποφοίτους απόφοιτους |
| κλητική | απόφοιτε | απόφοιτοι | ||
| Ο δεύτερος τύπος της γενικής ενικού και αιτιατικής πληθυντικού, μόνο για το αρσενικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «βιομήχανος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
απόφοιτος αρσενικό ή θηλυκό [3] (στο θηλυκό, επίσης η απόφοιτη)
- απόφοιτος
έγινε ο χορός των αποφοίτων
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ απόφοιτος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ απόφοιτος - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ «απόφοιτος» (ο/η) - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
ΣτΕ: Μόνο ως ουσιαστικού κοινού γένους με τύπους -ου και -οίτου, -των & -οίτων, -ους & -οίτους
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα από- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βιομήχανος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)