ασσυριολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασσυριολόγος ασσυριολόγοι
γενική ασσυριολόγου ασσυριολόγων
αιτιατική ασσυριολόγο ασσυριολόγους
κλητική ασσυριολόγε ασσυριολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασσυριολόγος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική assyriologue < αρχαία ελληνική Ἀσσυρία < ακκαδική 𒀸𒋗𒁺𐎹 (Aššūrāyu) < 𒀸𒋩 (Aššur: η πρωτεύουσα του κράτους τους) + λέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασσυριολόγος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η λέξη μαρτυρείται από το 1891 από τον Α. Παπαδόπουλο - Κεραμέα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]