ατσούμπαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατσούμπαλος ατσούμπαλη ατσούμπαλο
γενική ατσούμπαλου ατσούμπαλης ατσούμπαλου
αιτιατική ατσούμπαλο ατσούμπαλη ατσούμπαλο
κλητική ατσούμπαλε ατσούμπαλη ατσούμπαλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατσούμπαλοι ατσούμπαλες ατσούμπαλα
γενική ατσούμπαλων ατσούμπαλων ατσούμπαλων
αιτιατική ατσούμπαλους ατσούμπαλες ατσούμπαλα
κλητική ατσούμπαλοι ατσούμπαλες ατσούμπαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατσούμπαλος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατσούμπαλος, -η, -ο

  1. αφρόντιστος, ατημέλητος
  2. αδέξιος, άγαρμπος
  3. χοντροκαμωμένος, χοντροκομμένος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]