βεβυσμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βεβυσμένος βεβυσμένη βεβυσμένο
γενική βεβυσμένου βεβυσμένης βεβυσμένου
αιτιατική βεβυσμένο βεβυσμένη βεβυσμένο
κλητική βεβυσμένε βεβυσμένη βεβυσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βεβυσμένοι βεβυσμένες βεβυσμένα
γενική βεβυσμένων βεβυσμένων βεβυσμένων
αιτιατική βεβυσμένους βεβυσμένες βεβυσμένα
κλητική βεβυσμένοι βεβυσμένες βεβυσμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεβυσμένος < μετοχή παρακειμένου του βύω=φράττω, κλείνω οπή (τρύπα) με βύσμα, βουλώνω, στουμπώνω, ταπώνω.

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

βεβυσμένος -η -ο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

αρχαιοελληνικές αναφορές[επεξεργασία]

«Τὸ γὰρ τῆς φύσεως τοῦτο πλάσμα καὶ δημιούργημα, ὁ τοῦ Πολυκλείτου κανών, ἐπεὶ εἰς ἄνδρας τελεῖν ἤρξατο, ἐν Ἀρμενίᾳ μοιχεύων ἁλοὺς μάλα πολλὰς πληγὰς ἔλαβεν καὶ τέλος κατὰ τοῦ τέγους ἁλόμενος διέφυγε, ῥαφανῖδι τὴν πυγὴν βεβυσμένος. εἶτα μειράκιόν τι ὡραῖον διαφθείρας τρισχιλίων ἐξωνήσατο παρὰ τῶν γονέων τοῦ παιδός, πενήτων ὄντων, μὴ ἐπὶ τὸν ἁρμοστὴν ἀπαχθῆναι τῆς Ἀσίας».[1]

«...Κατόπιν διέφθειρε ωραίο έφηβο και πλήρωσε τρεις χιλιάδες στους γονείς τού παιδιού, [για μη στουμπουθεί δημοσίως με ρεπάνι] που ήταν φτωχοί, για να μην το καταγγείλουν στον Αρμοστή της Ασίας.

εκφράσεις[επεξεργασία]

  • «βύει τα ώτα»

συνεκδοχικά[επεξεργασία]

  • «βύει τα ώτα εις τας ικεσίας, τας διαμαρτυρίας μας κλπ», δεν συγκινείτα, αδιαφορεί.
  • βεβυσμένος στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια Περί της Πελεγρίνου τελευτής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

    • βεβυσμένος στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια Περί της Περεγρίνου τελευτής.