βρέγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βρέγμα τα βρέγματα
      γενική του βρέγματος των βρεγμάτων
    αιτιατική το βρέγμα τα βρέγματα
     κλητική βρέγμα βρέγματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρέγμα < αρχαία ελληνική βρέγμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mreghmo- ‎(κρανίο, μυαλό)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvɾεɣ.ma/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρέγμα ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική βρέγμα βρέγματε βρέγματα
Γενική βρέγματος βρεγμάτοιν βρεγμάτων
Δοτική βρέγματι βρεγμάτοιν βρέγμασι
Αιτιατική βρέγμα βρέγματε βρέγματα
Κλητική βρέγμα βρέγματε βρέγματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρέγμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mreghmo- ‎(κρανίο, μυαλό)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρέγμα ουδέτερο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]