γαῦρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γαύρος, γάβρος, γάββρος, Γάβρος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ γαῦρος τὸ γαῦρον οἱ, αἱ γαῦροι τὰ γαῦρα
Γενική τοῦ, τῆς γαύρου τοῦ γαύρου τῶν γαύρων τῶν γαύρων
Δοτική τῷ, τῇ γαύρῳ τῷ γαύρῳ τοῖς, ταῖς γαύροις τοῖς γαύροις
Αιτιατική τὸν, τὴν γαῦρον τὸ γαῦρον τοὺς, τὰς γαύρους τὰ γαῦρα
Κλητική γαῦρε γαῦρον γαῦροι γαῦρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική γαύρω
Γενική-Δοτική γαύροιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαῦρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *geh₂widéh₁yeti < *geh₂u- (χαίρομαι, αναγαλλιάζω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γαῦρος, -ος, -ον

  1. αλαζόνας, επηρμένος, υπεροπτικός
  2. μεγαλοπρεπής επιβλητικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]