γκάιντα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκάιντα γκάιντες
γενική γκάιντας
αιτιατική γκάιντα γκάιντες
κλητική γκάιντα γκάιντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκάιντα < τουρκική gayda < βουλγαρική гайда (gájda)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈga.i.da/
ένας Κροάτης με γκάιντα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκάιντα θηλυκό ή γκάιδα, γάιδα, κάιντα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]