δουλεμπόριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δουλεμπόριο δουλεμπόρια
γενική δουλεμπορίου δουλεμπορίων
αιτιατική δουλεμπόριο δουλεμπόρια
κλητική δουλεμπόριο δουλεμπόρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δουλεμπόριο < δούλος + εμπόριο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική slave trade)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðu.lεm.ˈbɔ.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δουλεμπόριο ουδέτερο

  1. το εμπόριο δούλων
  2. (κατ’ επέκταση) η παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών για εκμετάλλευσή τους ως εργατικό δυναμικό ή με άλλους τρόπους

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]