δυφίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυφίο δυφία
γενική δυφίου δυφίων
αιτιατική δυφίο δυφία
κλητική δυφίο δυφία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δυφίο < συντομευμένη μορφή του σύμπλοκου όρου «δυαδικό ψηφίο» που παράγεται με σύμμειξη των δύο συνθετικών του: δυ(αδικό) + (ψη)φίο = δυφίο (είναι σύμμειγμα) < απόδοση στα ελληνικά του αγγλικού bit

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δυφίο ουδέτερο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]