δυφίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δυφίο τα δυφία
      γενική του δυφίου των δυφίων
    αιτιατική το δυφίο τα δυφία
     κλητική δυφίο δυφία
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυφίο < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική bit
συντομευμένη μορφή του σύμπλοκου όρου «δυαδικό ψηφίο» που παράγεται με σύμμειξη των δύο συνθετικών του: δυ(αδικό) + (ψη)φίο = δυφίο (είναι σύμμειγμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυφίο ουδέτερο ή διφίο

  1. (νεολογισμός) (πληροφορική) (σπάνιο) ένα από τα ψηφία 0 ή 1 του δυαδικού συστήματος αρίθμησης (ΕΛΟΤ 996.01). Η απόπειρα αυτή μετάφρασης του αγγλικού όρου bit δεν έγινε ευρέως αποδεκτή.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]