ευλίμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευλίμενος ευλίμενη ευλίμενο
γενική ευλίμενου ευλίμενης ευλίμενου
αιτιατική ευλίμενο ευλίμενη ευλίμενο
κλητική ευλίμενε ευλίμενη ευλίμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευλίμενοι ευλίμενες ευλίμενα
γενική ευλίμενων ευλίμενων ευλίμενων
αιτιατική ευλίμενους ευλίμενες ευλίμενα
κλητική ευλίμενοι ευλίμενες ευλίμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευλίμενος < αρχαία ελληνική εὐλίμενος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ευλίμενος, -η, -ο (λόγιο)

  1. τόπος με ασφαλές λιμάνι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]