ζαβός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ζαβός ζαβή ζαβό
γενική ζαβού ζαβής ζαβού
αιτιατική ζαβό ζαβή ζαβό
κλητική ζαβέ ζαβή ζαβό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζαβοί ζαβές ζαβά
γενική ζαβών ζαβών ζαβών
αιτιατική ζαβούς ζαβές ζαβά
κλητική ζαβοί ζαβές ζαβά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαβός < μεσαιωνική ελληνική ζαβός < αβέβαιης ετυμολόγησης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζαβός, -ή, -ό

  1. (ως προς το σχήμα) στραβός, στρεβλός, όχι ίσιος
  2. (μεταφορικά) ανόητος, χαζός, με νοητικό ελάττωμα
  3. (μεταφορικά) ιδιότροπος, παράξενος

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]