θύννος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θύννος οι θύννοι
      γενική του θύννου των θύννων
    αιτιατική τον θύννο τους θύννους
     κλητική θύννε θύννοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θύννος < αρχαία ελληνική θύννος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈθi.nɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θύννος αρσενικό

Αναφορές[επεξεργασία]

Αισώπου Μύθοι/Θύννος και δελφίς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θύννος θύννω θύννοι
Γενική θύννου θύννοιν θύννων
Δοτική θύνν θύννοιν θύννοις
Αιτιατική θύννον θύννω θύννους
Κλητική θύννε θύννω θύννοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θύννος < πιθανόν από χαναανική, συγγενές με το ουγκαριτικά tnn «δράκος» και το αρχαία εβραϊκά תַּנִּין‎ (he) (tannīn) «τέρας της θάλασσας, κροκόδειλος».[1][2]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θύννος αρσενικό (θηλυκό θύννα)

Θύννος διωκόμενος ὑπὸ δελφῖνος καὶ πολλῷ τῷ ῥοίζῳ φερόμενος, ἐπειδὴ καταλαμβάνεσθαι ἔμελλεν, ἔλαθεν ὑπὸ σφοδρᾶς ὁρμῆς ἐκβρασθεὶς εἴς τινα ἠϊόνα. (Αισώπου μύθοι, s:Αισώπου Μύθοι/Θύννος και δελφίς)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε και θύνω (σπεύδω, ορμώ)

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Rafał Rosół, Frühe Semitische Lehnwörter im Griechischen, Peter Lang, Φραγκφούρτη, 2013, σελ. 17.
  2. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. , τ. Α΄, σελ. 564.

Πηγές[επεξεργασία]