ιστορικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ιστορικός < (λόγιο δάνειο) αρχαία ελληνική ἱστορικός[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.sto.ɾiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ι‐στο‐ρι‐κός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ιστορικός αρσενικό ή θηλυκό
- ο ιστοριογράφος
- (επάγγελμα) ο επιστήμονας που μελετά την ιστορία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ιστορικός
|
Επίθετο
[επεξεργασία]ιστορικός, -ή, -ό
- ο σχετικός με την ιστορία
- ※ Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
ιστορική επιστήμη
ιστορικό μυθιστόρημα
- που έχει καταγραφεί από την επιστήμη της ιστορίας ότι πραγματικά υπήρξε ή έγινε
κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο Ιησούς ήταν ένα ιστορικό πρόσωπο
- που έχει χαρακτηριστεί ως εξαιρετικής σημασίας και έχει καταγραφεί ή θα καταγραφεί ως τέτοιος στην ιστορία
μια ιστορική στιγμή για το ελληνικό ποδόσφαιρο
- (γραμματική) για χρόνο που αναφέρεται στο παρελθόν
ιστορικός ενεστώτας
- το ουδέτερο ως ουσ: Το ιστορικό → δείτε τη λέξη .
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ιστορικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γιατρός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)