ιστορικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιστορικός ιστορικοί
γενική ιστορικού ιστορικών
αιτιατική ιστορικό ιστορικούς
κλητική ιστορικέ ιστορικοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιστορικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιστορικός αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο ιστοριογράφος
  2. ο επιστήμονας που μελετά την ιστορία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιστορικός ιστορική ιστορικό
γενική ιστορικού ιστορικής ιστορικού
αιτιατική ιστορικό ιστορική ιστορικό
κλητική ιστορικέ ιστορική ιστορικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιστορικοί ιστορικές ιστορικά
γενική ιστορικών ιστορικών ιστορικών
αιτιατική ιστορικούς ιστορικές ιστορικά
κλητική ιστορικοί ιστορικές ιστορικά

ιστορικός -ή -ό

  1. ο σχετικός με την ιστορία
    ιστορική επιστήμη
    ιστορικό μυθιστόρημα
  2. που έχει καταγραφεί από την επιστήμη της ιστορίας ότι πραγματικά υπήρξε ή έγινε
    κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο Ιησούς ήταν ένα ιστορικό πρόσωπο
  3. που έχει χαρακτηριστεί ως εξαιρετικής σημασίας και έχει καταγραφεί ή θα καταγραφεί ως τέτοιος στην ιστορία
    μια ιστορική στιγμή για το ελληνικό ποδόσφαιρο
  4. (γραμματική) για χρόνο που αναφέρεται στο παρελθόν
    ιστορικός ενεστώτας
  5. το ουδέτερο ως ουσ: Το ιστορικόδείτε τη λέξη:.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]