Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιώδιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
  • Χημικό στοιχείο: I
  • Ατομικός αριθμός : 53
  • Προηγούμενο = Te
  • Επόμενο = Xe

Δείτε επίσης: Περιοδικός πίνακας των στοιχείων

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ιώδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική iode < αρχαία ελληνική ἰώδης < ἴον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /iˈo.ði.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ιώδιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ιώδιο τα ιώδια
      γενική του ιωδίου
& ιώδιου
των ιωδίων
    αιτιατική το ιώδιο τα ιώδια
     κλητική ιώδιο ιώδια
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
εξαχνούμενο ιώδιο

ιώδιο ουδέτερο στον ενικό

  1. (χημεία) αμέταλλο χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 53 και χημικό σύμβολο το I
      Η ποβιδόνη είναι μια ιωδιοφόρος αντισηπτική ουσία από την οποία το ιώδιο απελευθερώνεται με βραδύ ρυθμό στους ιστούς (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, Τόμος 56, Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία, 2005, σελ. 169)
  2. βάμμα ιωδίου: (φαρμακευτική) φαρμακευτικό παρασκεύασμα που υπάρχει συνήθως σε κουτί πρώτων βοηθειών

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη ίο

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]