ιώδιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : τριώδιο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιώδιο ιώδια
γενική ιωδίου
& ιώδιου
ιωδίων
& ιώδιων
αιτιατική ιώδιο ιώδια
κλητική ιώδιο ιώδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιώδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική iode < αρχαία ελληνική ἰώδης < ἴον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιώδιο ουδέτερο

  1. (χημεία) χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 53
  2. βάμμα ιωδίου: (φαρμακευτική) φαρμακευτικό παρασκεύασμα που υπάρχει συνήθως σε κουτί πρώτων βοηθειών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]