κερασιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κερασιά κερασιές
γενική κερασιάς κερασιών
αιτιατική κερασιά κερασιές
κλητική κερασιά κερασιές
άνθη της κερασιάς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερασιά < κεράσι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κερασιά θηλυκό

  • (βοτανική) φυλλοβόλο δέντρο, (λατινικό όνομα Prunus avium), με ελλειψοειδή οδοντωτά φύλλα και λευκά άνθη, και που καλλιεργείται τόσο για το ξύλο όσο και για τους μικρούς στρογγυλούς κόκκινους καρπούς, τα κεράσια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]