Μετάβαση στο περιεχόμενο

κουμπάρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κουμπαράς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κουμπάρος οι κουμπάροι
      γενική του κουμπάρου των κουμπάρων
    αιτιατική τον κουμπάρο τους κουμπάρους
     κλητική κουμπάρε κουμπάροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κουμπάρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουμπάρος < βενετική compare[1] ή ιταλική compare[2] < υστερολατινική compatrem, αιτιατική του compater < com- + pater

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kumˈba.ɾos/ και σε γρήγορο λόγο: /kuˈba.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κουμπάρος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κουμπάρος αρσενικό (θηλυκό κουμπάρα)

  1. ο άνθρωπος που παντρεύει κάποιο ζευγάρι, που τους αλλάζει τα στέφανα σε εκκλησιαστικό γάμο ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο
      Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξανε μπόλικο για τα καλορίζικα. (Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα, βαθιά νερά: η απαγωγή της Τασούλας : μυθιστορηματικό Χρονικό, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 194)
  2. ο νονός
  3. (κατ’ επέκταση) φιλικός προσφώνηση κάποιου (γνωστού ή αγνώστου)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δε σχετίζεται ο κουμπαράς.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. κουμπάρος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας