κουμπάρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κουμπαράς

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουμπάρος κουμπάροι
γενική κουμπάρου κουμπάρων
αιτιατική κουμπάρο κουμπάρους
κλητική κουμπάρε κουμπάροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουμπάρος < μεσαιωνική ελληνική κουμπάρος < βενετική compare / ιταλικά compare < λατινική compatrem, αιτιατική του compater < com- + pater

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουμπάρος αρσενικό (θηλυκό: κουμπάρα)

  1. ο άνθρωπος που παντρεύει κάποιο ζευγάρι, που τους αλλάζει τα στέφανα σε εκκλησιαστικό γάμο ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο
  2. (κατ’ επέκταση) ο νονός
  3. (κατ’ επέκταση) φιλική προσφώνηση κάποιου (γνωστού ή αγνώστου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]