κωπηλάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωπηλάτης < κώπη + ελαύνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κωπηλάτης αρσενικό

  1. αυτός που κωπηλατεί
  2. ο αθλητής της κωπηλασίας.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]