Μετάβαση στο περιεχόμενο

λακωνισμός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Λακωνισμός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λακωνισμός οι λακωνισμοί
      γενική του λακωνισμού των λακωνισμών
    αιτιατική τον λακωνισμό τους λακωνισμούς
     κλητική λακωνισμέ λακωνισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λακωνισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λακωνισμός (ίδια σημασία), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική laconisme, αγγλική laconism[1] < αρχαία ελληνική λακωνισμός (πράξη προς το συμφέρον των Λακώνων)[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /la.ko.niˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λακωνισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λακωνισμός αρσενικό

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. λακωνισμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. λακωνισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική λακωνισμός οἱ λακωνισμοί
      γενική τοῦ λακωνισμοῦ τῶν λακωνισμῶν
      δοτική τῷ λακωνισμ τοῖς λακωνισμοῖς
    αιτιατική τὸν λακωνισμόν τοὺς λακωνισμούς
     κλητική ! λακωνισμέ λακωνισμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λακωνισμώ
γεν-δοτ τοῖν  λακωνισμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λακωνισμός < αόριστο θέμα λακωνισ- του λακωνίζω + -μός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /la.ko.ni.zmós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: λακωνισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λακωνισμός, -ου αρσενικό

  1. πράξη ή ενέργεια που εξυπηρετεί τα συμφέροντα ή την πολιτική των Λακώνων· φιλολακωνισμός
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, 4, 4.15
    φοβούμενοι μὴ τοὺς φάσκοντας ἐπὶ λακωνισμῷ φεύγειν κατάγοιεν
    επειδή φοβόνταν μην επαναφέρουν τους εξόριστους που έλεγαν ότι χρωστούσαν την εξορία τους στα φιλολακωνικά τους αισθήματα
    Μετάφραση (2012, 1η:1966): Ρόδης Ρούφος. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, 7, 1.46
    καὶ ὅσους δʼ ἐξέβαλεν ἐπὶ λακωνισμῷ, καὶ τοῖς τούτων χρήμασιν ἐχρῆτο
    μεταχειριζόταν εξάλλου και τις περιουσίες εκείνων που εξόριζε για τις φιλολακωνικές τους πεποιθήσεις.
    Μετάφραση (2012, 1η:1966): Ρόδης Ρούφος. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greeklanguage.gr
  2. μίμηση των τρόπων, της συμπεριφοράς των Λακώνων
    χρειάζεται παράθεμα
  3. (ελληνιστική σημασία) μίμηση του τρόπου ομιλίας των Λακώνων, ιδίως για τη βραχυλογία τους
    χρειάζεται παράθεμα

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]