λεπρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπρός < αρχαία ελληνική λεπρός < λέπω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λεπρός, -ή, -ό

  1. που πάσχει από λέπρα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η λέξη ως επίθετο συνοδεύει ουσιαστικά που φανερώνουν πρόσωπο (μια λεπρή γυναίκα) ή μέρος του σώματος (τα λεπρά τους χέρια). Συχνά όμως ουσιαστικοποιείται στο αρσενικό και το θηλυκό γένος.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]