λεπρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπρός < αρχαία ελληνική λεπρός < λέπω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λεπρός, -ή, -ό

  1. που πάσχει από λέπρα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

«Προ δεκαπέντε ετών υπό τους κλώνας της κέδρου εκείνης είδεν ο Νάρκισσος τον δυστυχή ερημίτην, όστις προ πολλών και τότε ετών κατώκει εκεί. Εις την εσχατιάν εκείνην της νήσου, μόνος, έρημος, μακράν πάσης κοινωνίας ανθρώπων, διήλθε τον βίον φέρων το βάρος προγονικής συμφοράς, ανεύθυνος αυτός, ζων άνευ ελπίδος, άνευ παρηγορίας, άνευ σκοπού. Ορφανός, άκληρος, άπορος, κατελήφθη νεώτατος έτι υπό της βδελυράς νόσου. Οι ομόχωροί του τον ηνάγκασαν να υποβληθή εις απομόνωσιν, αναλαβόντες την υποχρέωσιν της συντηρήσεώς του«. Δημήτριος Βικέλας, Ο Παππα Νάρκισσος Κεφ. Ε΄

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η λέξη ως επίθετο συνοδεύει ουσιαστικά που φανερώνουν πρόσωπο (μια λεπρή γυναίκα) ή μέρος του σώματος (τα λεπρά τους χέρια). Συχνά όμως ουσιαστικοποιείται στο αρσενικό και το θηλυκό γένος.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]