Μετάβαση στο περιεχόμενο

λοχεία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: λόχια, λοχία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λοχεία οι λοχείες
      γενική της λοχείας των λοχειών
    αιτιατική τη λοχεία τις λοχείες
     κλητική λοχεία λοχείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λοχεία < αρχαία ελληνική λοχεία < λοχεύω < λόχος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /loˈçi.a/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λοχεία θηλυκό

  1. η κατάσταση μιας γυναίκας την στιγμή που γεννάει
  2. (φυσιολογία) το σαρανταήμερο, περίπου, διάστημα που απαιτείται για να επανέλει η μήτρα μιας γυναίκας στη φυσιολογική της κατάσταση μετά τον τοκετό και κατά το οποίο η λεχώνα παραμένει στο σπίτι
      «Συναντώ συνεχώς νέες γυναίκες, που όταν πάνε για δουλειά τις ρωτούν στις συνεντεύξεις αν πρόκειται να παντρευτούν και αν πρόκειται να αποκτήσουν παιδιά», σημείωσε χαρακτηριστικά η πρόεδρος της Σοροπτιμιστικής Ένωσης Ελλάδος. «Είναι σημάδι ότι η γυναίκα που θα ζητήσει δουλειά», επισήμανε με νόημα, «ή πρέπει πλέον να έχει αποπαιδιάσει, που σημαίνει ότι δε θα χρειάζεται άδειες κύησης και άδειες λοχείας, ή πρέπει να παραείναι νέα...» (Όταν το «θαύμα της ζωής» γίνεται εμπόδιο στην εύρεση εργασίας, Παρατηρητής της Θράκης, paratiritis-news.gr, 05/04/2016

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]