λωλός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λωλός < αρχαία ελληνική ὀλωλώς, μετοχή μέσου παρακειμένου του ὄλλυμι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λωλός, -ή, -ό

  1. τρελός, ανεύθυνος, απερίσκεπτος

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]