μερακλής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μερακλής οι μερακλήδες
      γενική του μερακλή των μερακλήδων
    αιτιατική τον μερακλή τους μερακλήδες
     κλητική μερακλή μερακλήδες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μερακλής < τουρκική meraklı + -ής < merak < αραβική مراق (maraq). Μορφολογικά αναλύεται σε μεράκ(ι) + -λής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μερακλής αρσενικό

  1. αυτός που έχει μεράκι γι' αυτό που κάνει
  2. αυτός που ενεργεί με γούστο και αίσθηση του ωραίου
  3. αυτός που του αρέσουν τα ωραία και δημιουργημένα με μεράκι πράγματα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]