μονωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μονωτικός μονωτική μονωτικό
γενική μονωτικού μονωτικής μονωτικού
αιτιατική μονωτικό μονωτική μονωτικό
κλητική μονωτικέ μονωτική μονωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονωτικοί μονωτικές μονωτικά
γενική μονωτικών μονωτικών μονωτικών
αιτιατική μονωτικούς μονωτικές μονωτικά
κλητική μονωτικοί μονωτικές μονωτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονωτικός < → Η ετυμολογία λείπει.


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μονωτικός, -ή, -ό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]