νταβαντούρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νταβαντούρι νταβαντούρια
γενική νταβαντουριού νταβαντουριών
αιτιατική νταβαντούρι νταβαντούρια
κλητική νταβαντούρι νταβαντούρια
Η γενική αδόκιμη.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νταβαντούρι < τουρκική tevatür (διάδοση) + με ηχηροποίηση [t] > [d] κατά το τομάτα > ντομάτα[1] < αραβική تواتر tawātur

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /da.vaˈdu.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νταβαντούρι ουδέτερο

  1. μεγάλος θόρυβος
    συνώνυμα: σαματάς, φασαρία
    αντώνυμα: ηρεμία, ησυχία, γαλήνη, σιωπή
  2. (μεταφορικά) διασκέδαση
    συνώνυμα: γούστο, πλάκα
  3. συμπλοκή
    συνώνυμα: χαμός

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]