Μετάβαση στο περιεχόμενο

νταβαντούρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νταβαντούρι τα νταβαντούρια
      γενική του νταβαντουριού των νταβαντουριών
    αιτιατική το νταβαντούρι τα νταβαντούρια
     κλητική νταβαντούρι νταβαντούρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Η γενική αδόκιμη.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

νταβαντούρι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική تواتر (tevâtür) (τουρκική tevatür (φήμη, διάδοση, μαρτυρία σε δίκη))[1] + με ηχηροποίηση [t] > [d] κατά το τομάτα > ντομάτα[2] < αραβική تواتر (tawātur)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /da.vaˈdu.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: νταβαντούρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νταβαντούρι ουδέτερο

  1. (προφορικό) μεγάλος θόρυβος
      γιατὶ καὶ τὰ κεφάλια μας δὲν γίνονται καινούρια;
    γιατὶ νὰ ζοῦν οἱ ἄνθρωποι, μαζὶ μὲ τὰ γαϊδούρια;
    καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ πῇ σ' αὐτὸ τὸ νταβαντοῦρι
    ποιὸς εἶναι ἄνθρωπος σωστὸς καὶ ποιὸς σωστὸ γαϊδοῦρι;
    1887 -  Γεώργιος Σουρής, Η καρμανιόλα
      [] Είχαμε Λεμβοδρομίες – μεγάλο νταβαντούρι γινότανε τις νύχτες της Λεμβοδρομίας – και πώς έγινε κι έπεσα άθελά μου πάνω σ' έναν νεαρό στη Λεωφόρο Σάφτσμπερι. Πολύ κύριος ήτανε ωραίο πουκάμισο, ημίψηλο, μαύρο πανωφόρι.
    George Orwell, 1984, αρχική δημοσίευση: (1949), Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά. Αθήνα (2021), εκδόσεις: Μεταίχμιο, ISBN 9786180326376, @google.gr/books
     συνώνυμα: ντόρος, πατιρντί, τζερτζελές
     αντώνυμα: ηρεμία, ησυχία, γαλήνη, σιωπή
  2. (μεταφορικά) διασκέδαση
      Ίσα ίσα, θα λάμβανε χώρα σπουδαίο γλέντι, ένα νταβαντούρι στο οποίο θα μπορούσαν επίσης να συμμετάσχουν πολλοί και διάφοροι – και ειλικρινά εκείνη τη στιγμή ο Καθηγητής καθόλου δεν είχε στο μυαλό του τον Γιώργο Ορφανό, τον αρχηγό της αστυνομίας.
    Αναστασία Καλλιοντζή, Πόσο λίγο κρατάει η ευτυχία, αρχική δημοσίευση: (2014), εκδόσεις: Μεταίχμιο, ISBN 9789605668907, @google.gr/books
     συνώνυμα: γούστο, πλάκα, τζερτζελές
  3. (κατ’ επέκταση) συμπλοκή, φασαρία
      ΑΠΡΙΛΗΣ ΤΟΥ '67, ΖΩ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ πρωτοετής φοιτητής της Κτηνιατρικής. Έξω υπάρχει νταβαντούρι, μέρα παρά μέρα διαδήλωση, και τα πρωινά πετροπόλεμος στην πλατεία του Χημείου με τους Εκοφίτες. Ωραία ζωή. Ούτε φανταζόμουν πως θα' ταν έτσι το πανεπιστήμιο.
    Κ. Μαυρουδής, Το δέντρο, (2008), Τόμοι 161-162, @google.gr/books
     συνώνυμα: καβγάς, σαματάς, φασαρία, χαμός

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. νταβαντούρι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας