ξυλόφωνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξυλόφωνο τα ξυλόφωνα
      γενική του ξυλοφώνου των ξυλοφώνων
    αιτιατική το ξυλόφωνο τα ξυλόφωνα
     κλητική ξυλόφωνο ξυλόφωνα
Παράρτημα
Ξυλόφωνα για το μάθημα μουσικής.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυλόφωνο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική xylophone < αρχαία ελληνική ξύλον + φωνή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksi.ˈlɔ.fɔ.nɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξυλόφωνο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]