ομοιογενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ὁμοιογενής, ομογενής

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ομοιογενής η ομοιογενής το ομοιογενές
      γενική του ομοιογενούς της ομοιογενούς του ομοιογενούς
    αιτιατική τον ομοιογενή την ομοιογενή το ομοιογενές
     κλητική ομοιογενή(ς) ομοιογενής ομοιογενές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ομοιογενείς οι ομοιογενείς τα ομοιογενή
      γενική των ομοιογενών των ομοιογενών των ομοιογενών
    αιτιατική τους ομοιογενείς τις ομοιογενείς τα ομοιογενή
     κλητική ομοιογενείς ομοιογενείς ομοιογενή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομοιογενής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμοιογενής (συγγενικού γένους) < ὅμοιος + γένος),(σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική homogène). Μορφολογικά αναλύεται σε ομοιο- + -γενής. [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /o.mi.o.ʝeˈnis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ο‐μοι‐ο‐γε‐νής

Επίθετο[επεξεργασία]

ομοιογενής, -ής, -ές

  1. που ανήκει στο ίδιο γένος
  2. που περιλαμβάνει όμοια στοιχεία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]