ομογενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ομογενής ομογενής ομογενές
γενική ομογενούς ομογενούς ομογενούς
αιτιατική ομογενή ομογενή ομογενές
κλητική ομογενή(ς) ομογενής ομογενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ομογενείς ομογενείς ομογενή
γενική ομογενών ομογενών ομογενών
αιτιατική ομογενείς ομογενείς ομογενή
κλητική ομογενείς ομογενείς ομογενή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ομογενής < αρχαία ελληνική ὁμογενής < ὁμοῦ + γένος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.ʝɛ.ˈnis/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.ʝɛ.ˈnɛs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

ομογενής

  1. που κατάγεται από τ ίδιο γένος με άλλους, που ακήνει στην ίδια εθνότητα με άλλους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ομοεθνής, ομόφυλος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αλλογενής, αλλοεθνής, ετερογενής
  2. που έχει την ίδια προέλευση με κάποιον άλλο
  3. (φυσική) ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο με ίδια τιμή έντασης παντού
  4. (χημεία) μείγμα που έχει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες παντού, ώστε να μη μπορούν να γίνουν διακριτά τα συσταστικά του με γυμνό μάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ομογενής αρσενικό ή θηλυκό

  • Έλληνας ή Ελληνίδα που έχει εγκατασταθεί για πολλά χρόνια ή έχει γεννηθεί στο εξωτερικό